Το κοριτσάκι με τα σπίρτα (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)



Το κρύο ήταν αβάσταχτο, χιόνιζε και ήδη είχε αρχίσει να βραδιάζει. Ήταν το τελευταίο βράδυ του έτους, παραμονή πρωτοχρονιάς. Με τέτοιο κρύο και τέτοιο σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο χωρίς σκουφί και ξυπόλυτο.
Φορούσε βέβαια παντόφλες όταν βγήκε από το σπίτι αλλά δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν και πολύ. Οι παντόφλες ήταν τεράστιες, καθώς ανήκαν κάποτε στην μητέρα του. Έτσι η μικρή τις έχασε όταν έτρεξε για να αποφύγει δύο άμαξες που περνούσαν με μεγάλη ταχύτητα τον δρόμο. Την μία δεν μπόρεσε να την ξαναβρεί και την άλλη την πήρε και εξαφανίστηκε ένας πιτσιρικάς ο οποίος της φώναξε ότι θα την κάνει κούνια για το παιδί που κάποτε θα αποκτούσε.

Ο Πάνας και η Σύριγγα



Ο Πάνας Θεός της Αρκαδίας, προστάτης των βοσκών και των γιδοπροβάτων, εξερευνά την Αρκαδία για να γνωρίσει από κοντά τους ποιμένες του.

Φτάνοντας λοιπόν στην Γορτυνία κοντά στο Λάδωνα ποταμό, συναντά μια νύμφη η οποία κυνηγούσε ένα ελάφι. Του ήρθε η επιθυμία να την γνωρίσει. Όταν τον αντιλήφθηκε ότι την κυνηγάει ο Πάνας, η Σύριγγα Νύμφη, η οποία είχε ορκιστεί να μείνει παρθένα, κάλεσε τις Νύμφες αδερφές της να τη σώσουν.

Ο Διόνυσος, η Αριάδνη και το αστροστόλιστο στέμμα (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ)



Κάποτε ο Θεός Διόνυσος ερωτεύτηκε την όμορφη Αριάδνη, όταν την είδε να κοιμάται ήρεμα και γαλήνια, μοιάζοντας με θεά. Η κόρη του Μίνωα μαζί με τον Θησέα επέστρεφαν στην Αθήνα από την Κρήτη. Ξυπνώντας ένα πρωί η Αριάδνη βλέπει πως ο σύντροφός της έφυγε και την εγκατέλειψε στη Νάξο. Την άφησε εκεί ξεχνώντας τα όσα είχε κάνει για εκείνον. Ξεχνώντας όλες του τις υποσχέσεις. Η Αριάδνη ένιωθε πολύ προδομένη.


Το πορτοκάλι και μια ηλιαχτίδα



Ήταν, κάποτε, µια µικρή ηλιαχτίδα. Μικρή, µα πολυταξιδεµένη. Και πού δεν είχε πάει! Είχε ταξιδέψει µέχρι τα πιο µακρινά αστέρια. Είχε διασχίσει το διάστηµα σκαρφαλωµένη πάνω σε βιαστικούς γαλαξίες. 
Μα πάντα γυρνούσε πίσω. Στη ζεστή αγκαλιά του ήλιου. 
Ώσπου µια µέρα αποφάσισε να έρθει στη Γη. Και ήρθε. Έπαιξε µε τα κύµατα. Κρύφτηκε µέσα στα σκοτεινά φυλλώµατα των δέντρων. ∆ροσίστηκε στα νερά των ποταµών. Κουβέντιασε, καθισµένη πάνω στα πέταλα µιας µαργαρίτας, µε τις µέλισσες και τις πετα- λούδες. Ακούµπησε πάνω στις φτερούγες ενός αηδονιού και τραγούδησε µαζί του. 
Και οι µέρες περνούσαν. «Πότε θα γυρίσεις πίσω;», τη ρωτούσε ο ήλιος. 
«Αχ, είναι όµορφη η Γη!», του απαντούσε εκείνη. «Άσε µε να µείνω για πάντα!». 
O ήλιος δεν της το χάλασε το χατίρι. «Μείνε!», της είπε. 
Κι η ηλιαχτίδα, χαρούµενη, άρχισε να ψάχνει να βρει το πού θα έστηνε το νέο σπιτικό της. Έψαξε εκεί που φυτρώνουν τα λουλούδια. Κι εκεί που υψώνονται τα πεύκα. Εκεί που κοιµούνται τα ελάφια. Εκεί που ξεδιψούνε τα πουλιά. Παντού ήταν όµορφα! Ποιο µέρος να πρωτοδιαλέξει; 
Ώσπου µια µέρα συνάντησε ένα δέντρο. Μικρό ήταν. Μα είχε καταπράσινα φύλλα, µε όµορφη µυρωδιά. Είχε και κάτι ολοστρόγγυλους καρπούς, που κρεµόντουσαν από τα κλαδιά του. Κάτω από τη φλούδα τους –κι αυτή µυρωδάτη ήταν– η ηλιαχτίδα άκουσε τους χυµούς να την προσκαλούνε: 
«Σ’ εµάς µείνε!», είπαν. «Σ’ αυτό το πορτοκάλι!». 
Κι έτσι έκανε. Από τότε είναι που το πορτοκάλι έχει αυτό το λαµπερό χρώµα. 
Όταν το πιάνεις στα χέρια σου, λες και κρατάς τον ήλιο. Ίδια µ’ αυτόν λάµπει.

Μ. Κοντολέων

Η Σακοράφα (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)





Ήτανε κάποτε μια Σακοράφα τόσο λεπτή, που νόμιζε πως ήτανε Βελόνα. «Προσέξτε να με κρατάτε καλά!», είπε η Σακοράφα στα Δάχτυλα που την πήρανε. «Προσέξτε μη με χάσετε, παρακαλώ! Αν σας πέσω στο πάτωμα, θα είναι αδύνατον να με ξαναβρείτε, γιατί είμαι πολύ λεπτή!».


Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Γοργόνα

      

Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος πολέμησε και έκανε το δικό του κόσμο, ρώτησε τους σοφούς:

- Πώς μπορώ να ζήσω πολλά χρόνια και να κάνω πολλά καλά στον κόσμο;

- Να βρεις το αθάνατο νερό, του αποκρίθηκαν οι σοφοί.