Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.
Follow Us @soratemplates
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΕΡΦΟΙ GRIMM. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο Τοσοδούλης (των αδερφών Grimm)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός χωρικός. Τα βράδια φρόντιζε την φωτιά στο σπίτι και δίπλα του καθόταν η γυναίκα του που έπλεκε. Μια μέρα λέει στη σύντροφό του «Πόσο μονότονα που είναι αφού δεν έχουμε παιδιά! Έχουμε τόση ησυχία στο σπίτι μας ενώ τα άλλα σπίτια έχουν φασαρία και χαρά!» «Ναι»απάντησε αναστενάζοντας η γυναίκα «ας είχαμε ένα μόνο παιδάκι και ας ήταν τόσο δα μικρό» είπε δείχνοντας τον αντίχειρά της, «εγώ θα ήμουν ευχαριστημένη και θα το αγαπούσαμε με όλη μας την καρδιά!»
Η χιονάτη και οι επτά νάνοι (των αδερφών Grimm)
Μια φορά και έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια βασίλισσα.
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η βασίλισσα κάθονταν στο δωμάτιό της και δούλευε δίπλα στο παράθυρο που ήταν φτιαγμένο από μαύρο ξύλο. Εκεί που δούλευε και κοιτούσε έξω που χιόνιζε, τρύπησε κατά λάθος το δάκτυλό της. Τότε τρείς σταγόνες αίμα έπεσαν από το δάκτυλό της πάνω στο χιόνι. Η βασίλισσα κοίταξε το αίμα και είπε: "Θέλω όταν γεννηθεί η κόρη μου να είναι άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μαύρη σαν το ξύλο από το παράθυρό μου!"
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η βασίλισσα κάθονταν στο δωμάτιό της και δούλευε δίπλα στο παράθυρο που ήταν φτιαγμένο από μαύρο ξύλο. Εκεί που δούλευε και κοιτούσε έξω που χιόνιζε, τρύπησε κατά λάθος το δάκτυλό της. Τότε τρείς σταγόνες αίμα έπεσαν από το δάκτυλό της πάνω στο χιόνι. Η βασίλισσα κοίταξε το αίμα και είπε: "Θέλω όταν γεννηθεί η κόρη μου να είναι άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μαύρη σαν το ξύλο από το παράθυρό μου!"
O μαγεμένος πύργος (των αδερφών Grimm)
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Όταν οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του βασιλιά μεγάλωσαν, αποφάσισαν να φύγουν μακριά. Σε μία χώρα όπου θα έκαναν μεγάλα και σπουδαία κατορθώματα και θα γίνονταν μεγάλοι και τρανοί βασιλιάδες σαν τον πατέρα τους. Ταξίδεψαν πολύ καιρό και γνώρισαν πολλές χώρες, αλλά δεν κατάφεραν να κάνουν απολύτως τίποτα. Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει ήταν να γυρίσουν ξανά στην πατρίδα τους, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελαν με τίποτα να φανταστούν. Ο μικρότερος γιος του βασιλιά, που το όνομά του ήταν Γουίτλινγκ, είχε μείνει πίσω με τον πατέρα του. Ο καιρός περνούσε και τα αδέρφια του Γουίτλινγκ δε γύριζαν. Έτσι αποφάσισε να πάει εκείνος και να τα βρει.
Το νερό της ζωής (των αδερφών Grimm)
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ήταν βαριά άρρωστος και κανείς δεν πίστευε ότι θα κατόρθωνε να ξαναγίνει καλά. Ο βασιλιάς είχε τρεις γιους που ήταν θλιμμένοι για τον πατέρα τους και κατέβαιναν κάθε μέρα στην αυλή του παλατιού και έκλαιγαν. Τότε τους συνάντησε ένας γέρος και τους ρώτησε τι ήταν αυτό που τους απασχολούσε. Οι πρίγκιπες του είπαν για τον πατέρα τους, ότι ήταν τόσο άρρωστος δηλαδή που θα πέθαινε και κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. «Ξέρω έναν τρόπο» λέει τότε ο γέρος «είναι το νερό της ζωής. Όποιος πιει από αυτό ξαναγίνεται υγιείς, αλλά είναι πολύ δύσκολο να το βρεις!» Ο μεγαλύτερος από τους γιους λέει τότε: «Εγώ θα καταφέρω να το βρω» και πήγε στον άρρωστο βασιλιά. Του ζήτησε την άδεια να φύγει και να ψάξει για το νερό της ζωής, γιατί αυτό ήταν το μόνο που θα μπορούσε να τον γιατρέψει. «Όχι» απάντησε ο βασιλιάς «ο κίνδυνος είναι μεγάλος και προτιμώ να πεθάνω.» Ο γιος όμως παρακαλούσε τόσο επίμονα που τελικά ο βασιλιάς έδωσε την συγκατάβασή του. Ο πρίγκιπας ωστόσο σκεφτόταν: «Αν καταφέρω και φέρω το νερό, τότε θα είμαι ο αγαπημένος του πατέρα μου και έτσι θα κληρονομήσω το βασίλειο!»
Τα τρία γουρουνάκια (των αδερφών Grimm)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια που ζούσαν με την μαμά τους. Όταν μεγάλωσαν τα γουρουνάκια η μαμά τους τους είπε:
- Παιδιά μου μεγαλώσατε πια και ήρθε η ώρα να φύγετε από το σπίτι και να πάτε να βρείτε την τύχη σας. Να θυμάστε μόνο πως σε ότι και αν κάνετε να δίνετε τον καλύτερό σας εαυτό και να το κάνετε όσο καλύτερα μπορείτε.
Έτσι τα τρία γουρουνάκια χαιρέτησαν τη μαμά τους και έφυγαν από το σπίτι.
Ο γενναίος ραφτάκος (των αδερφών Grimm)
Ήταν μία ηλιόλουστη ημέρα. Ένας ραφτάκος καθόταν πλάι στο παράθυρο και έραβε ορεξάτος όταν είδε να περνάει μια χωριάτισσα που πουλούσε μαρμελάδες. Η χωριάτισσα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Εδώ η καλή η μαρμελάδα, εδώ η καλή η μαρμελάδα». Ο ραφτάκος λιγουρεύτηκε τη μαρμελάδα και έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο: «Εδώ καλή μου κυρία, εδώ θα απαλλαγείτε από την πραμάτεια σας. Ελάτε ανεβείτε στο φτωχικό μου» φώναξε.
Ο πιστός Ιωάννης (των αδερφών Grimm)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς, γέρος κι άρρωστος, και σκεφτόταν:
"Φαίνεται πως ήρθε πια η ώρα να πεθάνω ." Και πρόσταξε: " Νά 'ρθει αμέσως κοντά μου ο πιστός μου Ιωάννης ." Ο πιστός Ιωάννης ήταν ο αγαπημένος του υπηρέτης. Σε όλη του τη ζωή είχε υπηρετήσει πιστά τον αφέντη του. Όταν παρουσιάστηκε λοιπόν στον άρρωστο βασιλιά, εκείνος του είπε: " Πιστέ μου Ιωάννη, νιώθω πως έχει φτάσει το τέλος μου. Και διόλου δεν θ' ανησυχούσα, αν δεν ήταν ο γιος μου, το βασιλόπουλο. Είναι πολύ μικρός ακόμα, δεν έχει μάθει να ξεχωρίζει το σωστό και το καλό. Αν λοιπόν δεν μου υποσχεθείς ότι θα του σταθείς σαν πατέρας, ότι θα τον συμβουλεύεις και θα του δείχνεις πάντα τον σωστό δρόμο, δεν θα μπορέσω κι εγώ να κλείσω ήσυχος τα μάτια μου ."
Ο πιστός Ιωάννης τότε αποκρίθηκε: " Δεν θα τον αφήσω μόνο κι έρημο ποτέ. Θα τον υπηρετήσω πιστά, ακόμα κι αν χρειαστεί να δώσω τη ζωή μου για χάρη του."
- Μπορώ λοιπόν να πεθάνω ήσυχος, με την καρδιά μου αναπαυμένη , είπε ο γεροβασιλιάς. Μετά το θάνατο μου να του δείξεις όλο το παλάτι, όλες τις αίθουσες, τις κάμαρες και τα κελάρια. Όλους τους θησαυρούς που βρίσκονται μαζεμένοι εδώ μέσα. Πρόσεχε όμως μην τον αφήσεις να μπει στο τελευταίο καμαράκι στο βάθος του διαδρόμου, γιατί εκεί μέσα είναι κρεμασμένη η ζωγραφιά της βασιλοπούλας του Χρυσού Ουρανού. Αν δει την ζωγραφιά της, θα την αγαπήσει τόσο πολύ που θα σωριαστεί λιπόθυμος. Κι ύστερα θα ριχτεί για χάρη της σε μεγάλους κινδύνους. Εσύ όμως δεν πρέπει να τον αφήσεις.
Κι όταν ο πιστός Ιωάννης έδωσε στον γερο-βασιλιά το λόγο του γι' άλλη μια φορά, εκείνος ησύχασε, ακούμπησε το κεφάλι του στα μαξιλάρια και πέθανε.
Ραπουνζέλ (των αδερφών Grimm)
Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε ένα αγαπημένο ζευγάρι που όμως δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Αυτό ήταν και ο καημός τους. Μετά από καιρό όμως, η γυναίκα έμεινε τελικά έγκυος και έτσι οι δυο τους περίμεναν με χαρά να φέρουν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί.
Πίσω από το σπίτι τους υπήρχε και ένα άλλο σπίτι, με ένα τεράστιο περιφραγμένο κήπο γεμάτο ραπουνζέλ (λυκοτρίβολα).Σ το σπίτι αυτό κατοικούσε μια γριά μάγισσα και δεν ήθελε κανείς να αγγίζει τα ραπουνζέλ της. Η έγκυος όμως γυναίκα, όταν τα αντίκρυσε έτσι πράσινα και ολόφρεσκα που ήταν, τα λιγουρεύτηκε αμέσως. Είπε τότε στον άντρα της πως ήθελε να πάει να της φέρει μερικά, γιατί αν δεν έτρωγε, πίστευε πως θα πεθάνει.
Τι να κάνει και ο άντρας της που την αγαπούσε πολύ, έτρεξε, πήδηξε τον φράχτη και έκοψε μερικά από τον κήπο της γριάς μάγισσας, για να τα πάει στη γυναίκα του. Όταν τον είδε η γριά μάγισσα να κόβει τα ραπουνζέλ, εξαγριώθηκε πολύ. Ο άντρας της ζήτησε να τον λυπηθεί και της εξήγησε ότι τα ήθελε για την έγκυο γυναίκα του.
Τότε η γριά μάγισσα του είπε, ότι θα τον άφηνε να παίρνει όσα ραπουνζέλ ήθελε από τον κήπο της, αλλά μόλις θα γεννιόταν το παιδί, θα το έδινε σε εκείνη. Ο καημένος ο άντρας τι να έκανε. Από το να πέθαινε η γυναίκα του, συμφώνησε. Έτσι όταν γεννήθηκε η μικρή, ο άντρας την πήρε και την έδωσε στην γριά μάγισσα, όπως της είχε υποσχεθεί και η μάγισσα την ονόμασε Ραπουνζέλ.
Οι μουσικάντηδες της Βρέμης (των αδερφών Grimm)
Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας μυλωνάς που είχε έναν γάιδαρο. Ο μυλωνάς δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την δουλειά που του έβγαζε ο γάιδαρος του και συνέχεια του μιλούσε άσχημα. Άχρηστο τον ανέβαζε, ακαμάτη τον κατέβαζε. Μάλιστα, μια μέρα του είπε ότι θα τον πουλούσε σε άλλους.
Το άδικο και η αχαριστία του μυλωνά, πίκραναν πολύ τον γάιδαρο. Έπρεπε να φύγει από εκεί. Είχε έρθει η ώρα να κυνηγήσει τα όνειρά του. Και έτσι αποφάσισε να πάει να γίνει μουσικός στη Βρέμη. Θα έπαιζε λάουτο.
Ο πρίγκιπας βάτραχος (των αδερφών Grimm)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και έκανε δώρο στην κόρη του ένα χρυσό τόπι. Η πριγκίπισσα έπαιζε με το χρυσό της τόπι και κάποια στιγμή αυτό της πέφτει μέσα σε ένα πηγάδι και τότε άρχισε να κλαίει. Παραπέρα βρισκόταν ένας βάτραχος, την άκουσε να κλαίει και της υποσχέθηκε να της το φέρει αν η πριγκίπισσα τον άφηνε να φάει από το πιάτο της και να κοιμηθεί στο κρεβάτι της. Η πριγκίπισσα το υποσχέθηκε, μα όταν ο βάτραχος βούτηξε και της έφερε το τόπι, αυτή έφυγε τρέχοντας για το παλάτι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










