Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Καρυοθραύστης και ο βασιλιάς των ποντικών (Ε.Τ.Α. Χόφμαν)




Σε γιορτινό κλίμα, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, στο σπίτι της οικογένειας Στάλμπαουμ, η Μαίρη και ο αδελφός της Φριτζ, προσπαθούν να μαντέψουν τι δώρο θα τους κάνει ο νονός τους Ντροσελμάγιερ. Ο Φριτζ είναι ένα προσγειωμένο παιδί, σε αντίθεση με την αδελφή του Μαίρη η οποία κατοικεί σε ένα ροζ φανταστικό σύννεφο. Ο νονός Ντροσελμάγιερ παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, καθώς είναι αυτός που κινεί τα νήματα των γεγονότων. Το δώρο του, ένα κάστρο με ωρολογιακό μηχανισμό και στρατιώτες είναι το κλειδί των συμβάντων που θα ακολουθήσουν. Η Μαίρη, αφού βαρέθηκε να παίζει με τους στρατιώτες, παρατήρησε έναν καρυοθραύστη και ρώτησε σε ποιον ανήκει και ο πατέρας της τής απάντησε ότι ανήκει σε όλους αλλά μπορεί να αναλάβει η ίδια την φροντίδα του. Έτσι όλοι μαζί ξεκίνησαν να σπάνε καρύδια, μέχρι που ο Φριτζ πήρε ένα μεγάλο και κατά λάθος έσπασε το σαγόνι του καρυοθραύστη. Η Μαίρη πήρε απευθείας μία κορδέλα από το φόρεμα της, έδεσε το πληγωμένο σαγόνι του και ζήτησε από τους γονείς της να μείνει στο σαλόνι μαζί του το βράδυ για να τον προσέχει.

Όταν το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα όλα τα παιχνίδια στο σαλόνι πήραν ζωή! Ξαφνικά, μία μάχη εναντίον του επτακεφαλής Βασιλιά των Ποντικών και των στρατιωτών του κάστρου με ηγέτη τον γενναίο Καρυοθραύστη αρχίζει να διεξάγεται! Η Μαίρη, παρά τον φόβο της, μόλις είδε ότι θα τον έπαιρναν αιχμάλωτο έριξε το παντοφλάκι της στον Βασιλιά τον Ποντικών και έπειτα λιποθύμησε χτυπώντας το χέρι της πάνω στο τζάμι του ντουλαπιού των παιχνιδιών.

Το επόμενο πρωί κανείς δε πίστεψε την ιστορία της, παρ’ όλο που η πληγή στο χέρι της ήταν ακόμη νωπή. Όταν ο νονός της Ντροσελμάγιερ επέστρεψε με τον καρυοθραύστη έτοιμο σαν καινούριο, της διηγήθηκε την ιστορία της πριγκίπισσας Πίρλιπατ και της Μάουσρινγκ, της γνωστής βασίλισσας των ποντικών, καθώς και το λόγο που οι καρυοθραύστες έχουν τέτοια εμφάνιση. Όταν γεννήθηκε η πριγκίπισσα Πίρλιπατ, η μητέρα της ήταν ανήσυχη καθώς φοβόταν ότι η βασίλισσα των ποντικών θα έπαιρνε εκδίκηση για τον θάνατο των παιδιών της καθώς κάποτε, είχε αφήσει την Κυρία Μάουσρινγκ και τα εφτά παιδιά της να φάνε το λαρδί από τα λουκάνικα και ο βασιλιάς θύμωσε τόσο πολύ που κάτι έλειπε από το γεύμα του, που διέταξε να τα σκοτώσουν! Έτσι, όταν γεννήθηκε η Πίρλιπατ φρουρούταν από έξι παραμάνες και έξι γάτες. Η Βασίλισσα των Ποντικών όμως κατάφερε να φτάσει στην κούνια και την καταράστηκε να είναι άσχημη με μεγάλο κεφάλι και μια σχισμή για στόμα που έφτανε μέχρι τα αυτιά. Ο βασιλιάς κατηγόρησε τον άνθρωπο που είχε προσλάβει να σκοτώσει τα ποντίκια τον οποίο τον έλεγαν Ντροσελμάγιερ και έτσι αυτός αναγκάστηκε να πάει στον αστρολόγο του παλατιού για να βρουν μια λύση. Συμβουλεύτηκαν τ’ άστρα και είδαν ότι τα φρικτά μάγια θα λύνονταν μόνο αν εκείνη έτρωγε ένα σπάνιο είδος καρυδιού, το Κρακατούκ. Το τσόφλι του όμως ήταν πολύ σκληρό και έπρεπε να το σπάσει ένας νέος που δεν είχε ξυριστεί ποτέ στη ζωή του και φορούσε πάντα μπότες. Έψαξε παντού και τελικά κατέληξε στον ανιψιό του, έτσι πήγαν μαζί στο παλάτι καθώς ο βασιλιάς είχε υποσχεθεί πως θα έδινε το χέρι της κόρης του σε όποιον έλυνε τα μάγια. Τα μάγια όντως λύθηκαν και η Πίρλιπατ έγινε όμορφη, όμως η Κυρία Μάουσρινγκ έριξε το ξόρκι στον ανιψιό του Ντροσελμάγιερ με αποτέλεσμα να γίνει άσχημος και η πριγκίπισσα να μη θέλει να τον παντρευτεί! Την ίδια κιόλας μέρα ο Καρυοθραύστης, μαζί με τον θείο του, εξορίστηκαν από το βασίλειο και ο αστρολόγος προέβλεψε ότι για να λυθούν τα μάγια ο καρυοθραύστης θα πρέπει να σκοτώσει τον τελευταίο γιο της Κυρίας Μάουσρινγκ και να τον αγαπήσει μία κοπέλα παρά την ασχήμια του. 

Όταν η Μαίρη έπεσε για ύπνο ονειρεύτηκε ότι έδωσε ένα σπαθί στον Καρυοθραύστη για να σκοτώσει τον Βασιλιά τον Ποντικών και το επόμενο βράδυ ήρθε ξανά στον ύπνο της και της χάρισε τα επτά στέμματα του νεκρού πια βασιλιά, παίρνοντάς την μαζί του στο βασίλειό του μέσα από ένα κουκλόσπιτο που υπήρχε στο χολ. Της έδειξε πολλά παραμυθένια πράγματα αλλά η Μαίρη αποκοιμήθηκε καθώς ήταν πολύ κουρασμένη. Όταν ξύπνησε είχε μεταφερθεί πάλι στο κρεβάτι της. Κανείς δεν πίστευε τις ιστορίες της οπότε έπαψε να μιλάει για αυτές. Μία μέρα όμως ο νονός της έφερε τον γοητευτικό ανιψιό του για να δειπνήσουν μαζί τους και η ομοιότητα του με τον δικό της Καρυοθραύστη την ξάφνιασε ευχάριστα. Η Μαίρη χάρηκε πολύ όταν αυτός της είπε ότι όλα αυτά που πέρασε δεν ήταν ένα όνειρο και της ζήτησε να παντρευτούν και να κυβερνήσουν μαζί τη Χώρα των Παιχνιδιών!

“Ο Καρυοθραύστης“του Ρώσου συνθέτη Τσαϊκόφσκι, είναι ένα από τα πιο διάσημα μπαλέτα όλων των εποχών και αγαπημένο μικρών και μεγάλων, ιδιαίτερα την περίοδο των Χριστουγέννων. Ο Τσαϊκόφσκι συνέθεσε το έργο το 1892, ενώ το λιμπρέτο βασίστηκε στη διασκευή του παραμυθιού από τον Αλέξανδρο Δουμά, σε χορογραφία του Λεβ Ιβανόφ.
Μέχρι και σήμερα σε όλο τον κόσμο, ανεβαίνουν χριστουγεννιάτικες παραστάσεις που βασίζονται σε αυτό το έργο! Η μελωδία του “Χορού της Νεράϊδας των Ζαχαρωτών”, έχει ταυτιστεί με τα Χριστούγεννα και ηχεί στις καρδιές μικρών και μεγάλων!!!

Φρικαντέλα, η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα (Ευγένιος Τριβιζάς)




Ήτανε κάποτε μια μάγισσα που τη λέγανε Φρικαντέλα Ζαρζουέλα Σαλμονέλα Στρυφνίνη. Η Φρικαντέλα ήταν κακιά. Πάρα πολύ κακιά. Τόσο κακιά, που μισούσε αφάνταστα όλα τα καλά. Ακόμα και τις λέξεις που είχανε τις συλλαβές «καλά», κι αυτές τις μισούσε.
Για να σας δώσω να καταλάβετε, η μάγισσα Φρικαντέλα δεν έτρωγε ποτέ καλαμαράκια. Έτρωγε μόνο κακαμαράκια. Και στο σπίτι της δεν είχε ούτε καλάθια ούτε μπουκαλάκια. Είχε μόνο κακάθια και μπουκακάκια. Και δεν πήγαινε ποτέ εκδρομή στα Καλάβρυτα.
Πήγαινε κάθε χρόνο στα Κακάβρυτα. Και δε χόρευε ποτέ καλαματιανό. Χόρευε μόνο κακαματιανό. Και δεν έπινε ποτέ την πορτοκαλά της με καλαμάκι. Έπινα πάντα την πορτοκαλάδα της με κακαμάκι.
Και, βέβαια, δεν της αρέσανε καθόλου τα παραμύθια με καλό τέλος. Της αρέσανε τα παραμύθια με κακό τέλος. Έκλεβε από τα παιδιά τα βιβλία με καλό τέλος, έκοβε την τελευταία σελίδα και στη θέση της έβαζε ένα κακό τέλος...
Δηλαδή, έκοβε τη σελίδα που έλεγε "και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα" και στη θέση της έβαζε μία σελίδα που έλεγε "και ζήσανε αυτοί κακά και εμείς χειρότερα". Αλλά πιο πολύ απ’ όλα η μάγισσα Φρικαντέλα μισούσε τα κάλαντα. Δεν ήθελε να ακούει καθόλου κάλαντα. Ήθελε να ακούει μόνο κάκαντα.

Το πορτοκάλι και μια ηλιαχτίδα



Ήταν, κάποτε, µια µικρή ηλιαχτίδα. Μικρή, µα πολυταξιδεµένη. Και πού δεν είχε πάει! Είχε ταξιδέψει µέχρι τα πιο µακρινά αστέρια. Είχε διασχίσει το διάστηµα σκαρφαλωµένη πάνω σε βιαστικούς γαλαξίες. 
Μα πάντα γυρνούσε πίσω. Στη ζεστή αγκαλιά του ήλιου. 
Ώσπου µια µέρα αποφάσισε να έρθει στη Γη. Και ήρθε. Έπαιξε µε τα κύµατα. Κρύφτηκε µέσα στα σκοτεινά φυλλώµατα των δέντρων. ∆ροσίστηκε στα νερά των ποταµών. Κουβέντιασε, καθισµένη πάνω στα πέταλα µιας µαργαρίτας, µε τις µέλισσες και τις πετα- λούδες. Ακούµπησε πάνω στις φτερούγες ενός αηδονιού και τραγούδησε µαζί του. 
Και οι µέρες περνούσαν. «Πότε θα γυρίσεις πίσω;», τη ρωτούσε ο ήλιος. 
«Αχ, είναι όµορφη η Γη!», του απαντούσε εκείνη. «Άσε µε να µείνω για πάντα!». 
O ήλιος δεν της το χάλασε το χατίρι. «Μείνε!», της είπε. 
Κι η ηλιαχτίδα, χαρούµενη, άρχισε να ψάχνει να βρει το πού θα έστηνε το νέο σπιτικό της. Έψαξε εκεί που φυτρώνουν τα λουλούδια. Κι εκεί που υψώνονται τα πεύκα. Εκεί που κοιµούνται τα ελάφια. Εκεί που ξεδιψούνε τα πουλιά. Παντού ήταν όµορφα! Ποιο µέρος να πρωτοδιαλέξει; 
Ώσπου µια µέρα συνάντησε ένα δέντρο. Μικρό ήταν. Μα είχε καταπράσινα φύλλα, µε όµορφη µυρωδιά. Είχε και κάτι ολοστρόγγυλους καρπούς, που κρεµόντουσαν από τα κλαδιά του. Κάτω από τη φλούδα τους –κι αυτή µυρωδάτη ήταν– η ηλιαχτίδα άκουσε τους χυµούς να την προσκαλούνε: 
«Σ’ εµάς µείνε!», είπαν. «Σ’ αυτό το πορτοκάλι!». 
Κι έτσι έκανε. Από τότε είναι που το πορτοκάλι έχει αυτό το λαµπερό χρώµα. 
Όταν το πιάνεις στα χέρια σου, λες και κρατάς τον ήλιο. Ίδια µ’ αυτόν λάµπει.

Μ. Κοντολέων

Ασπρογάλανο πανί



Mιλούσανε δυο νεράιδες:
— Τι σημαία να δώσουμε σ' αυτή τη χώρα; είπαν κι έδειξαν την Ελ­λάδα.
— Ας ρωτήσουμε την ίδια, είπε η μια.
— Ας ρωτήσουμε, συμφώνησε και η άλλη.


Το στοχολούλουδο (Ευγένιος Τριβιζάς)




Ήταν κάποτε ένας στόχος. Ονειρευόταν ότι θα γίνει λουλούδι κάποια μέρα. Ότι θα ζει σ' ένα κήπο με άλλα λουλούδια συντροφιά. Ότι κάθε πρωί μια γαλάζια πεταλούδα με πλουμίδια χρυσαφιά, θα ερχόταν από μακριά να τον φιλάει.
Αυτά στοχαζόταν και δεν ανησύχησε όταν τον αγόρασε ένα παιδί. "Όπου να ΄ναι θα γίνω στοχολούλουδο!" σκέφτηκε. "Με πάει στον κήπο του να με φυτέψει".


Θα σ' αγαπώ ό,τι κι αν γίνει



Ο Μικρός ήταν πολύ κακόκεφος. Κλείστηκε στο δωμάτιο κι άρχισε να στριφογυρίζει κι όλα τα πράγματα ν΄ αναποδογυρίζει. Τις ζωγραφιές από τον τοίχο τις ξεκολλούσε κι όλα τα παιχνίδια του χαλούσε.

«Θεέ μου!» είπε η Μαμά «τι έχεις πάθει;»

«Είμαι ένας ανάποδος και γκρινιάρης Μικρός και κανείς δε μ' αγαπάει» είπε ο Μικρός.

«Μικρέ μου» είπε η Μαμά «όπως και να’ σαι εγώ πάντα θα σ' αγαπώ».

Ποιος διευθύνει; (Τζιάνι Ροντάρι)



Ρώτησα ένα κοριτσάκι:

— Ποιος διευθύνει στο σπίτι;

Αυτή σωπαίνει και κοιτάζει.

— Λέγε, ποιος είναι ο αρχηγός; Ο μπαμπάς ή η μαμά;

Το κοριτσάκι με κοιτάζει και δεν απαντά.

Η πινεζοβροχή (Ευγένιος Τριβιζάς)


Όταν βρέχει πινέζες
στην Μπαλονοχώρα
κι η πινεζοψιχάλα
γίνεται πινεζομπόρα,
κι η πινεζομπόρα
γίνεται σωστός
πινεζοκατακλυσμός 
και πέφτουν οι πινέζες
απ' τα σύννεφα με φόρα
και βροντάει και βροντάει 
κι η βροχή δε σταματάει, 
τα μπαλόνια τα καημένα 
τρέχουν στους δρόμους
φοβισμένα, αλαλιασμένα 
και στο δάκρυ βουτηγμένα!

Έλμερ, ο παρδαλός ελέφαντας


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα κοπάδι ελέφαντες. Ελέφαντες μεγάλοι και ελέφαντες μικροί, ελέφαντες αδύνατοι και ελέφαντες χοντροί, άλλοι ψηλοί και άλλοι κοντοί. Κάποιοι έτσι, κάποιοι αλλιώς, καθένας διαφορετικός, μα όλοι πάντα χαρωποί κι όλοι τους ίδιο χρώμα: γκρι.
Ο Έλμερ ήταν διαφορετικός. Ο Έλμερ ήταν παρδαλός. Ο Έλμερ ήταν κίτρινος και πορτοκαλής και κόκκινος και τριανταφυλλής και γαλάζιος και μαβής και πράσινος και μαύρος και λευκός. Ο Έλμερ δεν είχε διόλου χρώμα ελεφαντένιο.


Το δέντρο της αληθινής ευχής



Μια φορά κι έναν καιρό, οι άνθρωποι παραπονέθηκαν στον Θεό πως είχαν πολλά βάσανα. Γι' αυτό κι εκείνος που τους αγαπούσε πολύ, έσπειρε ένα μαγικό δέντρο για να τους βοηθήσει. Το δέντρο αυτό πραγματοποιούσε από μία ευχή στον καθένα. Στην κορυφή του Μαγικού Βουνού έστεκε μόνο του, τεράστιο, μεγαλόπρεπο και πάντα θαλερό το δέντρο. Τρεις άνθρωποι χρειάζονταν για ν' αγκαλιάσουν γύρω-γύρω τον κορμό του. Πυκνή φυλλωσιά το σκέπαζε σαν κομψό στρογγυλό καπέλο. Πανέμορφα λουλούδια στόλιζαν τα κλαδιά του. Λουλούδια που σκορπούσαν μια υπέροχη ευωδιά κι άλλαζαν χρώμα με το φως του ήλιου. Με το φως της αυγής ήταν φούξια, με το φως τουμεσημεριού γαλάζια και με το φως του δειλινού πορτοκαλί. 


Το δέντρο που έδινε (Shel Silverstein)



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά η οποία αγαπούσε πολύ ένα αγοράκι.Και κάθε μέρα το αγόρι ερχόταν μάζευε τα φύλλα του, και έφτιαχνε στέμματα παριστάνοντας τον βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό του και στα κλαδιά του, τρώγοντας τους καρπούς του. Και έπαιζαν κρυφτό. Κι όταν κουραζόταν το αγόρι πλάγιαζε στη σκιά του δέντρου. Και το αγόρι αγαπούσε την μηλιά πάρα πολύ. Και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. 

Ο ελέφαντας και η πεταλούδα (Ε. Ε. Κάμινγκς)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ελέφαντας που όλη μέρα καθόταν και δεν έκανε τίποτα.
Ζούσε μόνος του σ’ ένα σπιτάκι πέρα ψηλά στην κορφή ενός στριφογυριστού δρόμου.
Από το σπίτι του ελέφαντα, ο στριφογυριστός δρόμος κατέβαινε, όλο κατέβαινε γεμάτος στροφές κι έφτανε σε μία πράσινη κοιλάδα, όπου ήταν ένα άλλο σπιτάκι. Στο σπιτάκι εκείνο ζούσε μία πεταλούδα. 

Ένα διαφορετικό τριαντάφυλλο



Μια φορά κι έναν καιρό μέσα σ` έναν μεγάλο κήπο με κατακόκκινα τριαντάφυλλα, υπήρχε και ένα τριαντάφυλλο που ήταν διαφορετικό από όλα τα άλλα. Αυτό που το έκανε διαφορετικό ήταν ότι δεν είχε καθόλου αγκάθια. Έτσι τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα το κοροϊδευαν.
" Χα χα οι κάμπιες θα σου φάνε όλα τα φύλλα αφού δεν έχεις αγκάθια να προστατευτείς." Ακόμη και τα μπουμπούκια που δεν είχαν γίνει μεγάλα τριαντάφυλλα του φώναζαν: "Πόσο αδύναμο μοιάζεις, τα αγκάθια είναι κάτι σαν την πανοπλία μας και εσύ μοιάζεις τόσο ανυπεράσπιστο ..."

Το παραμύθι της τέλειας καρδιάς



Στην πλατεία μιας μακρινής πόλης είχε σταθεί ένας νεαρός και υπερηφανευόταν ότι είχε τον ομορφότερη καρδιά. Οι περαστικοί θαύμαζαν την καρδιά του που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε ένα σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Και όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους. Ο νεαρός κορδωνόταν και χαιρόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά.

Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα

Μια φορά κι ένα καιρό
Ήταν ένα γραμμόφωνο
Ένα ολομόναχο γραμμόφωνο
Μα μπορεί και να μην ήτανε γραμμόφωνο
Και να 'ταν μόνο ένα τραγούδι
Που ζητούσε ένα γραμμόφωνο
Για να πει το καημό του...

Ο Έρωτας και η Τρέλα (ΠΕΡΟΥ)



Μια μέρα, λοιπόν, μαζεύτηκαν όλα τα συναισθήματα κι όλες οι αξίες του ανθρώπου σε κάποιο σημείο πάνω στη Γη. Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία, της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: «Τι είναι το κρυφτό;». Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία κι η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια - την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα - να παίξουν κι αυτοί. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει, γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως, κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό κι η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία», άρχισε να μετράει η Τρέλα.

Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά, η οποία μιας και βαριόταν, κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς κι η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου, ο oποίος με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο. Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε τής φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της, οπότε το άφηνε ελεύθερο. Κι έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα. Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα, ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο γι' αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος κι ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο. Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.

«....1000», μέτρησε η Τρέλα κι άρχισε να ψάχνει.

Η πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό. Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου κι αφού βρήκε τη Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα και το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους, εκτός από τον Έρωτα. Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει, βρήκε έναν θάμνο από τριαντάφυλλα κι άρχισε να τον κουνάει νευρικά, ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας, που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα τού είχαν πληγώσει τα μάτια. Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζητούσε συγγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.

Κι έτσι, από τότε, ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός κι η Τρέλα τον συνοδεύει...
Πηγή: ithaque

Ο κουτσοφλέβαρος (Α. Καρκαβίτσας)




Μια φορά κι έναν καιρό σε μια τεράστια σπηλιά ζούσαν οι δώδεκα μήνες τρώγοντας, πίνοντας και περιμένοντας ώσπου να έρθει η σειρά του καθενός. Μέσα στη σπηλιά είχαν βάλει ένα βαρέλι γεμάτο με κρασί κι όταν ήρθε η ώρα να το πιουν άνοιξε ο καθένας από μια τρύπα κι έβαλε τη βρύση του. Ο Μάρτης έβαλε τη βρύση του όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Οι άλλοι μήνες τον κορόιδευαν πως έτσι θα πιει τα κατακάθια, αλλά αυτός χαμογελούσε πονηρά. Είχε το σκοπό του.

Ο γίγαντας και ο νάνος



Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος.
Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.

Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.

Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.



Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς




Σε μια χώρα μακρινή, στη χώρα του ΖήσεΓέλα, ετοιμάζονται όλοι να υποδεχτούν την Αποκριά. Το Κάστρο των γιορτών ετοιμάστηκε, στολίστηκε με τα πολύχρωμα σημαιάκια του και άνοιξε τις βαριές ξύλινες πόρτες του για να καλωσορίσει μασκαράδες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.


Ο ψαράς και η ψυχή του (Όσκαρ Ουάιλντ)



Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ψαροχώρι, ένας ψαράς πήγαινε κάθε βράδυ στη θάλασσα και έριχνε τα δίχτυα του στο νερό. Όταν ο άνεμος φυσούσε από τη στεριά, δεν έπιανε τίποτα. Όταν ο άνεμος ερχόταν από τα βάθη της θάλασσας, τότε τα δίχτυα του γέμιζαν χιλιάδες ψάρια. 



Ένα βράδυ τα δίχτυα του ήταν τόσο βαριά που δεν μπορούσε να τα τραβήξει πάνω στη βάρκα του. “Πω! Πω! Σίγουρα έχω πιάσει όλα τα ψάρια της θάλασσας ή κανένα μεγάλο τέρας από αυτά που μόνο σε απέραντους ωκεανούς μπορείς να βρεις.”