Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά η οποία αγαπούσε πολύ ένα αγοράκι.Και κάθε μέρα το αγόρι ερχόταν μάζευε τα φύλλα του, και έφτιαχνε στέμματα παριστάνοντας τον βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό του και στα κλαδιά του, τρώγοντας τους καρπούς του. Και έπαιζαν κρυφτό. Κι όταν κουραζόταν το αγόρι πλάγιαζε στη σκιά του δέντρου. Και το αγόρι αγαπούσε την μηλιά πάρα πολύ. Και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Follow Us @soratemplates
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο ψαράς και η ψυχή του (Όσκαρ Ουάιλντ)
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ψαροχώρι, ένας ψαράς πήγαινε κάθε βράδυ στη θάλασσα και έριχνε τα δίχτυα του στο νερό. Όταν ο άνεμος φυσούσε από τη στεριά, δεν έπιανε τίποτα. Όταν ο άνεμος ερχόταν από τα βάθη της θάλασσας, τότε τα δίχτυα του γέμιζαν χιλιάδες ψάρια.
Ένα βράδυ τα δίχτυα του ήταν τόσο βαριά που δεν μπορούσε να τα τραβήξει πάνω στη βάρκα του. “Πω! Πω! Σίγουρα έχω πιάσει όλα τα ψάρια της θάλασσας ή κανένα μεγάλο τέρας από αυτά που μόνο σε απέραντους ωκεανούς μπορείς να βρεις.”
Το ηλιοτρόπιο (Ευγένιος Τριβιζάς)
Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Και όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από εκεί, γύριζαν από εκεί. Όταν ο ήλιος ήταν από εδώ, γυρνούσαν από εδώ. Εκτός από ένα. Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ` όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από εδώ, το ηλιοτρόπιο αυτό, κοιτούσε από εκεί. Όταν ο ήλιος ήταν από εκεί το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από εδώ.
Η Ελιά και η Καλαμιά
Η ελιά ήταν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο με πολλά κλαδιά που κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια, έγερναν από το βάρος του καρπού.
Το καλάμι πάλι ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε το σχήμα του αδραχτιού.
Το πιο γλυκό ψωμί
Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
Ο Βοριάς και ο Ήλιος (Μύθος του Αισώπου)
Μια φορά κι έναν καιρό ο Ήλιος και ο
Βοριάς μάλωναν για το πώς ήταν ο πιο δυνατός. Κι είχαν τόσο πείσμα ώστε κανένας τους
δεν υποχωρούσε και δεν έκανε πίσω. Έτσι όμως δεν έβγαινε συμπέρασμα, τόσο πεισματάρηδες ήταν και οι δυο τους.
-Σου προτείνω ένα στοίχημα! είπε τέλος
ο Βοριάς. Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο
κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει να του βγάλει την κάπα του, εκείνος θα είναι
κι ο δυνατότερος.
- Δέχομαι! είπε ο Ήλιος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





